αντοχή
•
- το σθένος αντιμετώπισης αντίξοων καταστάσεων, και αντίστασης στη φθορά Βικιλεξικό
- Πέρα από όσα ρισκάρισα να πω μέχρι τώρα για την ποίηση του Καββαδία, θέλω να προσθέσω και τούτα ακόμα για τη μακροβιότητά της, την αντοχή της μέσα στον χρόνο (Μήτσος Κασόλας, Νίκος Καββαδίας: γυναίκα, θάλασσα, ζωή. Αφηγήσεις στο μαγνητόφωνο, εκδ. Καστανιώτη, 2004, σελ. 137)
- η υπομονή, η καρτερία Βικιλεξικό
- φυσικήη αντίσταση ενός σώματος στις αντίθετες δυνάμεις και η τάση διατήρησης της υπάρχουσας κατάστασής του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντοχή < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀντέχω < ἀντί + ἔχω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντοχή | αντοχές |
| Γενική | αντοχής | αντοχών |
| Αιτιατική | αντοχή | αντοχές |
| Κλητική | αντοχή | αντοχές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →