αντίβαρο
•
- βαρύ αντικείμενο από μέταλλο, τσιμέντο ή άλλο υλικό, που χρησιμοποιείται σε μοχλικούς μηχανισμούς, ώστε να μειωθεί η δύναμη που απαιτείται, προκειμένου να σηκωθεί ή να μετακινηθεί Βικιλεξικό
- μεταλλικό αντικείμενο γνωστού και συγκεκριμένου βάρους που τοποθετείται σε μια ζυγαριά, προκειμένου να ζυγίσουμε κάτι που δεν γνωρίζουμε το βάρος του Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάτι που επιφέρει ισορροπία σε σχέσεις ή καταστάσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντίβαρο < αντί-+ βάρος + -ο, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική contrepoids
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντίβαρο | αντίβαρα |
| Γενική | αντίβαρου | αντίβαρων |
| Αιτιατική | αντίβαρο | αντίβαρα |
| Κλητική | αντίβαρο | αντίβαρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →