βάρος
•
- φυσικήη ιδιότητα κάθε σώματος να πέφτει προς τα κάτω όταν αφήνεται ελεύθερο· μετριέται με τη ζυγαριά Βικιλεξικό
- Ένα σώμα έχει άλλο βάρος στη Γη και άλλο στη Σελήνη.
- το σωματικό βάρος ως δείκτης του πόσο αδύνατος ή παχύς είναι κάποιος Βικιλεξικό
- Πρέπει να κάνω δίαιτα και να χάσω βάρος.
- νομικός όροςυποχρέωση που βαρύνει κάτι (όπως ακίνητο, φόρο, κληροδότημα, πλοίο) εξαιτίας χρεών, υποθήκης, δουλείας Βικιλεξικό
- ένα βαρύ αντικείμενο Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάτι που το αντιμετωπίζω ως δυσκολία, ως επίπονο έργο που με κάνει να δυσανασχετώ Βικιλεξικό
- Δε μου είναι καθόλου βάρος να σου κάνω την εξυπηρέτηση αυτή.
- Δε θέλουμε να σας γίνουμε βάρος.
- Ο Κωνσταντίνος είχε μόνο τις τιμές της βασιλείας, χωρίς ποτέ ν' αναλαμβάνει και τα βάρη της διοίκησης. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)
- σωματική ή ψυχική ενόχληση Βικιλεξικό
- Νιώθω ένα βάρος στο στομάχι.
- Έχω ένα βάρος στην ψυχή μου, αλλά, άμα σου τα πω, θα ξαλαφρώσω.
- η σημασία που δίνεται σε κάτι, η βαρύτητα Βικιλεξικό
- Έχει μεγάλο βάρος η γνώμη του.
Ετυμολογία
βάρος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βάρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βάρος | βάρη |
| Γενική | βάρους | βαρών |
| Αιτιατική | βάρος | βάρη |
| Κλητική | βάρος | βάρη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →