αντιγόνο
•
- ιατρικήχημική ουσία που δημιουργεί στον οργανισμό αντισώματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιγόνο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀντίγονον < ἀντί + γόνος + -ον,μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική antigène < ελληνιστική κοινή ἀντίγονον :* Συγκρίνετε με το αντίγονο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιγόνο | αντιγόνα |
| Γενική | αντιγόνου | αντιγόνων |
| Αιτιατική | αντιγόνο | αντιγόνα |
| Κλητική | αντιγόνο | αντιγόνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →