αντίδικος
•
- νομικός όροςο αντίπαλος διάδικος σε μία δικαστική διαμάχη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντίδικος < αρχαία ελληνική ἀντίδικος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντίδικος | αντίδικοι |
| Γενική | αντίδικου / αντιδίκου | αντίδικων / αντιδίκων |
| Αιτιατική | αντίδικο | αντίδικους / αντιδίκους |
| Κλητική | αντίδικε | αντίδικοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →