αντίνυξη
•
- επίθεση με ξίφος, αφού έχεις αποφύγει επιτυχώς προηγούμενη επίθεση σε σένα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντίνυξη < αντι- + νύξη ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική riposte)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντίνυξη | αντινύξεις |
| Γενική | αντίνυξης | αντινύξεων |
| Αιτιατική | αντίνυξη | αντινύξεις |
| Κλητική | αντίνυξη | αντινύξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →