αντιξιφισμός
•
- σπάνιοη απάντηση σε επίθεση με ξίφος ή ή αντεπίθεση με ξίφος Βικιλεξικό
- σπάνιοη λεκτική απάντηση ή αντεπίθεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιξιφισμός < αντι- + ξιφισμός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική riposte)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιξιφισμός | αντιξιφισμοί |
| Γενική | αντιξιφισμού | αντιξιφισμών |
| Αιτιατική | αντιξιφισμό | αντιξιφισμούς |
| Κλητική | αντιξιφισμέ | αντιξιφισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →