αντίτυπο
•
- το πανομοιότυπο αντίγραφο (ένα από τα πολλά) ενός βιβλίου, περιοδικού, εφημερίδας Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάαντίγραφο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντίτυπο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀντίτυπον < αρχαία ελληνική ἀντίτυπος < ἀντί (αντί-) + τύπος (σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική copy)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντίτυπο | αντίτυπα |
| Γενική | αντίτυπου / αντιτύπου | αντίτυπων / αντιτύπων |
| Αιτιατική | αντίτυπο | αντίτυπα |
| Κλητική | αντίτυπο | αντίτυπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →