ανταπαιτώ
•
- λόγιοπροβάλλω ανταπαιτήσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανταπαιτώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνταπαιτῶ, συνηρημένος τύπος του ἀνταπαιτέω < αρχαία ελληνική ἀντί (αντ-) + ἀπαιτέω / ἀπαιτῶ < αἰτέω / αἰτῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂eiti
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανταπαιτώ | ανταπαιτείς | ανταπαιτεί | ανταπαιτούμε | ανταπαιτείτε | ανταπαιτούν / ανταπαιτούνε |
| Παρατατικός | ανταπαιτούσα | ανταπαιτούσες | ανταπαιτούσε | ανταπαιτούσαμε | ανταπαιτούσατε | ανταπαιτούσαν / ανταπαιτούσανε |
| Αόριστος | ανταπαίτησα | ανταπαίτησες | ανταπαίτησε | ανταπαιτήσαμε | ανταπαιτήσατε | ανταπαίτησαν / ανταπαιτήσαν / ανταπαιτήσανε |
| Μέλλοντας | θα ανταπαιτήσω / θα ανταπαιτώ | θα ανταπαιτήσεις / θα ανταπαιτείς | θα ανταπαιτήσει / θα ανταπαιτεί | θα ανταπαιτήσουμε / θα ανταπαιτούμε | θα ανταπαιτήσετε / θα ανταπαιτείτε | θα ανταπαιτήσουν / θα ανταπαιτήσουνε / θα ανταπαιτούν / θα ανταπαιτούνε |
| Παρακείμενος | έχω ανταπαιτήσει | έχεις ανταπαιτήσει | έχει ανταπαιτήσει | έχουμε ανταπαιτήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανταπαιτήσει | είχες ανταπαιτήσει | είχε ανταπαιτήσει | είχαμε ανταπαιτήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανταπαιτήσει / να ανταπαιτήσω / να ανταπαιτώ | να έχεις ανταπαιτήσει / να ανταπαιτήσεις / να ανταπαιτείς | να έχει ανταπαιτήσει / να ανταπαιτήσει / να ανταπαιτεί | να έχουμε ανταπαιτήσει / να ανταπαιτήσουμε / να ανταπαιτούμε | να ανταπαιτήσετε / να ανταπαιτείτε | να ανταπαιτήσουν / να ανταπαιτήσουνε / να ανταπαιτούν / να ανταπαιτούνε |
| Προστακτική | — | ανταπαίτησε | — | — | ανταπαιτήστε / ανταπαιτείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ανταπαιτήθηκαανταπαιτούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →