ανταπαιτητής
•
- λόγιοπου προβάλλει ανταπαιτήσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανταπαιτητής < (ανταπαιτώ) αντ-απαιτη- + -τής < (ελληνιστική κοινή) / ἀνταπαιτῶ < αρχαία ελληνική ἀπαιτέω / ἀπαιτῶ < αἰτέω / αἰτῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂eiti
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανταπαιτητής | ανταπαιτητές |
| Γενική | ανταπαιτητή | ανταπαιτητών |
| Αιτιατική | ανταπαιτητή | ανταπαιτητές |
| Κλητική | ανταπαιτητή | ανταπαιτητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →