ανταποκριτής
•
- επάγγελμαο δημοσιογράφος που στέλνει μια ανταπόκριση από άλλη πόλη ή χώρα στο μέσο στο οποίο εργάζεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανταποκριτής < ανταποκρί(νομαι) + -τής μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική correspondant :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1805
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανταποκριτής | ανταποκριτές |
| Γενική | ανταποκριτή | ανταποκριτών |
| Αιτιατική | ανταποκριτή | ανταποκριτές |
| Κλητική | ανταποκριτή | ανταποκριτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →