ανταπόκριση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανταποκρίνομαι Βικιλεξικό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανταποκρίνομαι Βικιλεξικό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανταποκρίνομαι Βικιλεξικό
- Μόλις εἶχα ἡ μαύρη ἀρχίσῃ / ἀνταπόκριση γλυκειὰ / μὲ τ’ ἀέρι, μὲ τὴ βρύση, / μὲ τὰ πράσινα κλαριά. (Γεράσιμος Μαρκοράς, ποίημα Παράπονο πεθαμένης)
- συνάντηση μέσων συγκοινωνίας με σκοπό την προγραμματισμένη μετεπιβίβαση επιβατών από το ένα στο άλλο Βικιλεξικό
- ρεπορτάζ ή μετάδοση είδησης από ανταποκριτή ΜΜΕ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανταπόκριση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνταπόκρισις < ἀνταποκρίνομαι < αρχαία ελληνική ἀποκρίνομαι, παθητική φωνή του ρήματος ἀποκρίνω < κρίνω * (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική : για τις σύγχρονες σημασίες συγκοινωνίας, επικοινωνίας < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική correspondance
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανταπόκριση | ανταποκρίσεις |
| Γενική | ανταπόκρισης | ανταποκρίσεων |
| Αιτιατική | ανταπόκριση | ανταποκρίσεις |
| Κλητική | ανταπόκριση | ανταποκρίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →