Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανταπόκριση

/an.daˈpo.kɾi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανταποκρίνομαι Βικιλεξικό
  2. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανταποκρίνομαι Βικιλεξικό
  3. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανταποκρίνομαι Βικιλεξικό
    • Μόλις εἶχα ἡ μαύρη ἀρχίσῃ / ἀνταπόκριση γλυκειὰ / μὲ τ’ ἀέρι, μὲ τὴ βρύση, / μὲ τὰ πράσινα κλαριά. (Γεράσιμος Μαρκοράς, ποίημα Παράπονο πεθαμένης)
  4. συνάντηση μέσων συγκοινωνίας με σκοπό την προγραμματισμένη μετεπιβίβαση επιβατών από το ένα στο άλλο Βικιλεξικό
  5. ρεπορτάζ ή μετάδοση είδησης από ανταποκριτή ΜΜΕ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανταπόκριση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνταπόκρισις < ἀνταποκρίνομαι < αρχαία ελληνική ἀποκρίνομαι, παθητική φωνή του ρήματος ἀποκρίνω < κρίνω * (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική : για τις σύγχρονες σημασίες συγκοινωνίας, επικοινωνίας < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική correspondance

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανταπόκρισηανταποκρίσεις
Γενικήανταπόκρισηςανταποκρίσεων
Αιτιατικήανταπόκρισηανταποκρίσεις
Κλητικήανταπόκρισηανταποκρίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →