ανταπόδειξη
•
- λόγιοη απόδειξη του αντιθέτου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανταπόδειξη < αντ- + απόδειξη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανταπόδειξη | ανταποδείξεις |
| Γενική | ανταπόδειξης | ανταποδείξεων |
| Αιτιατική | ανταπόδειξη | ανταποδείξεις |
| Κλητική | ανταπόδειξη | ανταποδείξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →