απόδειξη
•
- λόγιοσυλλογιστική πορεία, πληροφορία ή στοιχείο που δείχνει ότι κάτι αληθεύει Βικιλεξικό
- το πιστοποιητικό πληροί τους όρους για την απόδειξη του επιπέδου γλωσσομάθειας
- μαθηματικάεξήγηση που με την χρήση των κανόνων της λογικής και με βάση ορισμένα αξιώματα δείχνει την αλήθεια ενός μαθηματικός θεωρήματος Βικιλεξικό
- οικονομίαχαρτάκι που δίνεται στον πελάτη με πληροφορίες για κάτι που αγόρασε, συμπεριλαμβανομένων της τιμής, του φόρου, της ημερομηνίας κ.α. Βικιλεξικό
- Το σημαντικότερο όμως είναι ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει καμία διάταξη νόμου που να προβλέπει για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους το καθεστώς που διέπει τη συγκέντρωση αποδείξεων για τα εισοδήματα και τις δαπάνες που θα πραγματοποιηθούν εντός του τρέχοντος έτους. (* εφημερίδα Το Βήμα)
Ετυμολογία
απόδειξη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόδειξις, δεικ- (-σις > -ξις > -ξη) < ἀποδείκνυμι < ἀπό δείκνυμι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόδειξη | αποδείξεις |
| Γενική | απόδειξης | αποδείξεων |
| Αιτιατική | απόδειξη | αποδείξεις |
| Κλητική | απόδειξη | αποδείξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →