κρίνω
•
- σχηματίζω γνώμη, νομίζω, εκτιμώ Βικιλεξικό
- εγώ κρίνω πως η πράξη του ήταν σωστή
- δικάζω, αποφασίζω, βγάζω απόφαση Βικιλεξικό
- το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο
- κατακρίνω, καταδικάζω Βικιλεξικό
- κάνω κριτική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρίνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κρίνω < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *kríňňō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kri-n-ye-
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κρίνω | κρίνεις | κρίνει | κρίνουμε | κρίνετε | κρίνουν / κρίνουνε |
| Παρατατικός | έκρινα / κρινόμουνα | έκρινες / κρινόσουνα | έκρινε / κρινότανε | κρίναμε | κρίνατε | έκριναν / κρίναν / κρίνανε |
| Αόριστος | έκρινα | έκρινες | έκρινε | κρίναμε | κρίνατε | έκριναν / κρίναν / κρίνανε |
| Μέλλοντας | θα κρίνω | θα κρίνεις | θα κρίνει | θα κρίνουμε | θα κρίνετε | θα κρίνουν / θα κρίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω κρίνει | έχεις κρίνει | έχει κρίνει | έχουμε κρίνει | έχετε κρίνει | έχουν κρίνει |
| Υπερσυντέλικος | είχα κρίνει | είχες κρίνει | είχε κρίνει | είχαμε κρίνει | είχατε κρίνει | είχαν κρίνει |
| Υποτακτική | να έχω κρίνει / να κρίνω | να έχεις κρίνει / να κρίνεις | να έχει κρίνει / να κρίνει | να έχουμε κρίνει / να κρίνουμε | να έχετε κρίνει / να κρίνετε | να έχουν κρίνει / να κρίνουν / να κρίνουνε |
| Προστακτική | — | κρίνε | — | — | κρίνετε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κρίνομαι | κρίνεσαι | κρίνεται | κρινόμαστε | — | — |
| Παρατατικός | κρινόμουν | κρινόσουν | κρινόταν | κρινόμασταν / κρινόμαστε | — | — |
| Αόριστος | κρίθηκα | — | — | — | — | — |
| Μέλλοντας | θα κρίνομαι | θα κρίνεσαι | θα κρίνεται | θα κρινόμαστε | — | — |
| Υποτακτική | να κρίνομαι | να κρίνεσαι | να κρίνεται | να κρινόμαστε | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →