ανταριάζω
•
- για τον καιρόγεμίζω ομίχλη ή σύννεφα έτοιμα για βροχή Βικιλεξικό
- κυριολεκτικάεμφανίζω μεγάλη αναταραχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανταριάζω < αντάρα + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανταριάζω | ανταριάζεις | ανταριάζει | ανταριάζουμε | ανταριάζετε | ανταριάζουν / ανταριάζουνε |
| Παρατατικός | αντάριαζα | αντάριαζες | αντάριαζε | ανταριάζαμε | ανταριάζατε | αντάριαζαν / ανταριάζαν / ανταριάζανε |
| Αόριστος | αντάριασα | αντάριασες | αντάριασε | ανταριάσαμε | ανταριάσατε | αντάριασαν / ανταριάσαν / ανταριάσανε |
| Μέλλοντας | θα ανταριάζω / θα ανταριάσω | θα ανταριάζεις / θα ανταριάσεις | θα ανταριάζει / θα ανταριάσει | θα ανταριάζουμε / θα ανταριάσουμε | θα ανταριάζετε / θα ανταριάσετε | θα ανταριάζουν / θα ανταριάζουνε / θα ανταριάσουν / θα ανταριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανταριάσει | έχεις ανταριάσει | έχει ανταριάσει | έχουμε ανταριάσει | έχετε ανταριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανταριάσει | είχες ανταριάσει | είχε ανταριάσει | είχαμε ανταριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανταριάσει / να ανταριάζω / να ανταριάσω | να έχεις ανταριάσει / να ανταριάζεις / να ανταριάσεις | να έχει ανταριάσει / να ανταριάζει / να ανταριάσει | να έχουμε ανταριάσει / να ανταριάζουμε / να ανταριάσουμε | να έχετε ανταριάσει / να ανταριάζετε / να ανταριάσετε | να ανταριάζουν / να ανταριάζουνε / να ανταριάσουν / να ανταριάσουνε |
| Προστακτική | — | αντάριαζε / αντάριασε | — | — | ανταριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ανταριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →