Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντεθνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αντιτίθεται στα συμφέροντα του έθνους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντεθνικός < αντ- + εθνικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική antinational)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντεθνικόςαντεθνικήαντεθνικό
Γενικήαντεθνικούαντεθνικήςαντεθνικού
Αιτιατικήαντεθνικόαντεθνικήαντεθνικό
Κλητικήαντεθνικέαντεθνικήαντεθνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντεθνικοίαντεθνικέςαντεθνικά
Γενικήαντεθνικώναντεθνικώναντεθνικών
Αιτιατικήαντεθνικούςαντεθνικέςαντεθνικά
Κλητικήαντεθνικοίαντεθνικέςαντεθνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →