Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντεπαναστατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αντεπανάσταση ή τον αντεπαναστάτη ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντεπαναστατικός < αντι- + επαναστατικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντεπαναστατικόςαντεπαναστατικήαντεπαναστατικό
Γενικήαντεπαναστατικούαντεπαναστατικήςαντεπαναστατικού
Αιτιατικήαντεπαναστατικόαντεπαναστατικήαντεπαναστατικό
Κλητικήαντεπαναστατικέαντεπαναστατικήαντεπαναστατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντεπαναστατικοίαντεπαναστατικέςαντεπαναστατικά
Γενικήαντεπαναστατικώναντεπαναστατικώναντεπαναστατικών
Αιτιατικήαντεπαναστατικούςαντεπαναστατικέςαντεπαναστατικά
Κλητικήαντεπαναστατικοίαντεπαναστατικέςαντεπαναστατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →