Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντεπανάσταση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. επανάσταση που γίνεται για να εναντιωθεί κάποιος σε άλλη επανάσταση Βικιλεξικό
  2. αντίθεση προς την ιδεολογία και πρακτική των επαναστάσεων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντεπανάσταση < αντι- + επανάσταση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική contre-révolution)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντεπανάστασηαντεπαναστάσεις
Γενικήαντεπανάστασηςαντεπαναστάσεων
Αιτιατικήαντεπανάστασηαντεπαναστάσεις
Κλητικήαντεπανάστασηαντεπαναστάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →