αντεροβγάλτης
•
- στυγνός εγκληματίας που ξεκοιλιάζει τα θύματά του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντεροβγάλτης < άντερο + -ο- + βγάζω (αόριστος: έβγαλα) + -της
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντεροβγάλτης | αντεροβγάλτες |
| Γενική | αντεροβγάλτη | αντεροβγαλτών |
| Αιτιατική | αντεροβγάλτη | αντεροβγάλτες |
| Κλητική | αντεροβγάλτη | αντεροβγάλτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →