βγάζω
•
- στο σχολείομεταφέρω κάτι από το εσωτερικό ενός χώρου ή αντικειμένου στο εξωτερικό του Βικιλεξικό
- μεταφορικάμεταφέρω κάτι από το εσωτερικό ενός χώρου ή αντικειμένου στο εξωτερικό του Βικιλεξικό
- βγάζω το άχτι μου: ξεσπάω, εκδηλώνω το θυμό μου
- μεταφέρω κάτι σε άλλη θέση από αυτήν που βρίσκεται γιατί εμποδίζει Βικιλεξικό
- Βγάλε από μπροστά σου αυτή την καρέκλα.
- αφαιρώ, απομακρύνω κάτι που εφάπτεται ή είναι κολλημένο στην εξωτερική επιφάνεια ενός σώματος/αντικειμένου Βικιλεξικό
- αφαιρώ, απομακρύνω κάτι που εφάπτεται ή είναι κολλημένο στην εξωτερική επιφάνεια ενός σώματος/αντικειμένου Βικιλεξικό
- αφαιρώ με εγχείριση κάποιο όργανο του σώματος Βικιλεξικό
- του έβγαλαν το δόντι/τη χολή/τη σπλήνα
- εξαρθρώνω Βικιλεξικό
- Πάλι έβγαλα τον ώμο μου.
- τραυματίζω Βικιλεξικό
- Κοίτα μη βγάλεις το μάτι σου μ' αυτό το ψαλίδι.
- εξάγω ένα συμπέρασμα ή τη λύση μιας μαθηματικής πράξης ή προβλήματος Βικιλεξικό
- καταφέρνω να διαβάσω κάτι Βικιλεξικό
- Χωρίς τα γυαλιά του, δεν τα βγάζει τα γράμματα.
- παράγω Βικιλεξικό
- Αυτή η μηχανή βγάζει 1000 κομμάτια τη μέρα.
- κερδίζω (για εισόδημα) Βικιλεξικό
- Πόσα λεφτά βγάζεις το χρόνο;
Ετυμολογία
βγάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βγάζω < ἐβγάζω < αρχαία ελληνική ἐγβιβάζω < αρχαία ελληνική ἐκβιβάζω < ἐκ + βιβάζω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βγάζω | βγάζεις | βγάζει | βγάζουμε | βγάζετε | βγάζουν / βγάζουνε |
| Παρατατικός | έβγαζα | έβγαζες | έβγαζε | βγάζαμε | βγάζατε | έβγαζαν / βγάζαν / βγάζανε |
| Αόριστος | έβγαλα | έβγαλες | έβγαλε | βγάλαμε | βγάλατε | έβγαλαν / βγάλαν / βγάλανε |
| Μέλλοντας | θα βγάζω / θα βγάλω | θα βγάζεις / θα βγάλεις | θα βγάζει / θα βγάλει | θα βγάζουμε / θα βγάλουμε | θα βγάζετε / θα βγάλετε | θα βγάζουν / θα βγάζουνε / θα βγάλουν / θα βγάλουνε |
| Παρακείμενος | έχω βγάλει | έχεις βγάλει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βγάλει | είχες βγάλει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βγάλει / να βγάζω / να βγάλω | να έχεις βγάλει / να βγάζεις / να βγάλεις | να βγάζει / να βγάλει | να βγάζουμε / να βγάλουμε | να βγάζετε / να βγάλετε | να βγάζουν / να βγάζουνε / να βγάλουν / να βγάλουνε |
| Προστακτική | — | έχε βγαλμένο / βγάζε / βγάλε | — | — | βγάζετε / βγάλτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
βγάλθηκαβγάζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →