Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βγάζω

/ˈvɣa.zo/ρήμα
•
  1. στο σχολείομεταφέρω κάτι από το εσωτερικό ενός χώρου ή αντικειμένου στο εξωτερικό του Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάμεταφέρω κάτι από το εσωτερικό ενός χώρου ή αντικειμένου στο εξωτερικό του Βικιλεξικό
    • βγάζω το άχτι μου: ξεσπάω, εκδηλώνω το θυμό μου
  3. μεταφέρω κάτι σε άλλη θέση από αυτήν που βρίσκεται γιατί εμποδίζει Βικιλεξικό
    • Βγάλε από μπροστά σου αυτή την καρέκλα.
  4. αφαιρώ, απομακρύνω κάτι που εφάπτεται ή είναι κολλημένο στην εξωτερική επιφάνεια ενός σώματος/αντικειμένου Βικιλεξικό
  5. αφαιρώ, απομακρύνω κάτι που εφάπτεται ή είναι κολλημένο στην εξωτερική επιφάνεια ενός σώματος/αντικειμένου Βικιλεξικό
  6. αφαιρώ με εγχείριση κάποιο όργανο του σώματος Βικιλεξικό
    • του έβγαλαν το δόντι/τη χολή/τη σπλήνα
  7. εξαρθρώνω Βικιλεξικό
    • Πάλι έβγαλα τον ώμο μου.
  8. τραυματίζω Βικιλεξικό
    • Κοίτα μη βγάλεις το μάτι σου μ' αυτό το ψαλίδι.
  9. εξάγω ένα συμπέρασμα ή τη λύση μιας μαθηματικής πράξης ή προβλήματος Βικιλεξικό
  10. καταφέρνω να διαβάσω κάτι Βικιλεξικό
    • Χωρίς τα γυαλιά του, δεν τα βγάζει τα γράμματα.
  11. παράγω Βικιλεξικό
    • Αυτή η μηχανή βγάζει 1000 κομμάτια τη μέρα.
  12. κερδίζω (για εισόδημα) Βικιλεξικό
    • Πόσα λεφτά βγάζεις το χρόνο;

Ετυμολογία

βγάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βγάζω < ἐβγάζω < αρχαία ελληνική ἐγβιβάζω < αρχαία ελληνική ἐκβιβάζω < ἐκ + βιβάζω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβγάζωβγάζειςβγάζειβγάζουμεβγάζετεβγάζουν / βγάζουνε
Παρατατικόςέβγαζαέβγαζεςέβγαζεβγάζαμεβγάζατεέβγαζαν / βγάζαν / βγάζανε
Αόριστοςέβγαλαέβγαλεςέβγαλεβγάλαμεβγάλατεέβγαλαν / βγάλαν / βγάλανε
Μέλλονταςθα βγάζω / θα βγάλωθα βγάζεις / θα βγάλειςθα βγάζει / θα βγάλειθα βγάζουμε / θα βγάλουμεθα βγάζετε / θα βγάλετεθα βγάζουν / θα βγάζουνε / θα βγάλουν / θα βγάλουνε
Παρακείμενοςέχω βγάλειέχεις βγάλει————
Υπερσυντέλικοςείχα βγάλειείχες βγάλει————
Υποτακτικήνα έχω βγάλει / να βγάζω / να βγάλωνα έχεις βγάλει / να βγάζεις / να βγάλειςνα βγάζει / να βγάλεινα βγάζουμε / να βγάλουμενα βγάζετε / να βγάλετενα βγάζουν / να βγάζουνε / να βγάλουν / να βγάλουνε
Προστακτική—έχε βγαλμένο / βγάζε / βγάλε——βγάζετε / βγάλτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

βγάλθηκαβγάζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →