Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντζούρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαχανικόξυλάγγουρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντζούρι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική آجر (âcürr) (νέα ελληνική acur) < αραβική آجُرّ (ʾājurr) < αραμαϊκή 𐡓𐡅𐡂𐡀 (*ʾaggor /ʾgwr/) < ακκαδική 𒅇𒆪𒊒𒌝 (agurru, ukurru) < σουμεριακή al.ùr.(r)a

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντζούριαντζούρια
Γενικήαντζουριούαντζουριών
Αιτιατικήαντζούριαντζούρια
Κλητικήαντζούριαντζούρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →