αντηχείο
•
- φυσικήτο ηχείο, ειδική ακουστική διάταξη ή κατασκευή που ενισχύει τον ήχο (ενός μουσικού οργάνου, μιας αίθουσας κ.λπ.), επιτυγχάνοντας συντονισμό των τοιχωμάτων και του αέρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντηχείο < (καθαρεύουσα) ἀντηχεῖον, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική resonator. Συγχρονικά αναλύεται σε αντηχ(ώ) + -είο, μορφολογικά, αντ-ηχείο,
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντηχείο | αντηχεία |
| Γενική | αντηχείου | αντηχείων |
| Αιτιατική | αντηχείο | αντηχεία |
| Κλητική | αντηχείο | αντηχεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →