Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντηχητικός

/an.di.çi.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αντήχηση, αναφέρεται σ’ αυτήν ή την προκαλεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντηχητικός < (αντηχώ) αντηχη- + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντηχητικόςαντηχητικήαντηχητικό
Γενικήαντηχητικούαντηχητικήςαντηχητικού
Αιτιατικήαντηχητικόαντηχητικήαντηχητικό
Κλητικήαντηχητικέαντηχητικήαντηχητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντηχητικοίαντηχητικέςαντηχητικά
Γενικήαντηχητικώναντηχητικώναντηχητικών
Αιτιατικήαντηχητικούςαντηχητικέςαντηχητικά
Κλητικήαντηχητικοίαντηχητικέςαντηχητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →