αντηχητικός
•
- που έχει σχέση με την αντήχηση, αναφέρεται σ’ αυτήν ή την προκαλεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντηχητικός < (αντηχώ) αντηχη- + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντηχητικός | αντηχητική | αντηχητικό |
| Γενική | αντηχητικού | αντηχητικής | αντηχητικού |
| Αιτιατική | αντηχητικό | αντηχητική | αντηχητικό |
| Κλητική | αντηχητικέ | αντηχητική | αντηχητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντηχητικοί | αντηχητικές | αντηχητικά |
| Γενική | αντηχητικών | αντηχητικών | αντηχητικών |
| Αιτιατική | αντηχητικούς | αντηχητικές | αντηχητικά |
| Κλητική | αντηχητικοί | αντηχητικές | αντηχητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →