Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιατομικός

/an.di.a.to.miˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με την καταπολέμηση των ατομικών ή πυρηνικών όπλων ή την προστασία απ’ αυτά Βικιλεξικό
    • αντιατομικό καταφύγιο, αντιατομική άμυνα

Ετυμολογία

αντιατομικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική antiatomique < αρχαία ελληνική ἀντί + ἄτομον, ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική antinuclear. Μορφολογικά, αντι- + ατομικός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιατομικόςαντιατομικήαντιατομικό
Γενικήαντιατομικούαντιατομικήςαντιατομικού
Αιτιατικήαντιατομικόαντιατομικήαντιατομικό
Κλητικήαντιατομικέαντιατομικήαντιατομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιατομικοίαντιατομικέςαντιατομικά
Γενικήαντιατομικώναντιατομικώναντιατομικών
Αιτιατικήαντιατομικούςαντιατομικέςαντιατομικά
Κλητικήαντιατομικοίαντιατομικέςαντιατομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →