Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατομικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά ένα άτομο αντί για ομάδα ανθρώπων Βικιλεξικό
    • ατομικές εμπορικές επιχειρήσεις, ατομική ψυχολογία, ατομική φωνολογία ή φωνολογία του ατόμου
    • Ο Χομπς είναι υπέρ μιας απόλυτης εξουσίας, γιατί διαφορετικά δε θεωρεί ότι υπάρχει εγγύηση για μια σταθερή και ειρηνική ζωή. Δεν πρόκειται όμως για μια αυθαίρετη εξουσία που κάνει «ό,τι θέλει». Πρέπει να εγγυάται την αμερόληπτη απονομή δικαιοσύνης, ώστε να μην τιμωρούνται αθώοι, την επιβολή δίκαιης φορολογίας, την κατοχύρωση της ατομικής ιδιοκτησίας, την εκπαίδευση των πολιτών, την εξασφάλιση όχι μόνο της ζωής, αλλά και μιας άνετης ζωής. (Αχιλλέας Παπαθανασίου, Αρχαία Ελληνικά Ι - Ομάδα προσανατολισμού ανθρωπιστικών ανθρωπιστικών σπουδών - Γ΄ Λυκείου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 314)
  2. φυσικήπου έχει σχέση με το άτομο (το πιο μικρό στοιχείο της ύλης που διατηρεί το βασικό της χαρακτήρα) Βικιλεξικό
    • ατομικός αριθμός
  3. φυσικήπου έχει σχέση με την πυρηνική ενέργεια ή τη μελέτη της Βικιλεξικό
    • ατομική ενέργεια, ατομικός επιστήμονας
  4. φιλοσοφίαπου είναι αδύνατο να χωριστεί Βικιλεξικό
  5. φιλοσοφίαπου είναι αδύνατο να χωριστεί Βικιλεξικό
    • Αντίθετα από το μοντέλο ΟΣ που επιτρέπει σύνθετα και πλειότιμα γνωρίσματα, στο σχεσιακό μοντέλο κάθε γνώρισμα παίρνει ατομικές τιμές, δηλαδή μια απλή τιμή.
    • Mε τον όρο ατομικές (atomic) εννοούμε ότι καμιά τιμή από το πεδίο ορισμού δεν μπορεί να διασπαστεί, στα πλαίσια του σχεσιακού μοντέλου.

Ετυμολογία

ατομικός < άτομ(ο) + -ικός < αρχαία ελληνική ἄτομον (άκοπο, άτμητο) :* που σχετίζεται με έναν άνθρωπο < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική individuel, personnel :* για τον όρο της φυσικής < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική atomique < αρχαία ελληνική ἄτομον :* για τους όρους λογικής, μαθηματικών, πληροφορικής < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική atomic < αρχαία ελληνική ἄτομον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατομικόςατομικήατομικό
Γενικήατομικούατομικήςατομικού
Αιτιατικήατομικόατομικήατομικό
Κλητικήατομικέατομικήατομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατομικοίατομικέςατομικά
Γενικήατομικώνατομικώνατομικών
Αιτιατικήατομικούςατομικέςατομικά
Κλητικήατομικοίατομικέςατομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →