αντιβουίζω
•
- αντηχώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιβουίζω < αντι- + βουίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντιβουίζω | αντιβουίζεις | αντιβουίζει | αντιβουίζουμε | αντιβουίζετε | αντιβουίζουν / αντιβουίζουνε |
| Παρατατικός | αντιβούιζα | αντιβούιζες | αντιβούιζε | αντιβουίζαμε | αντιβουίζατε | αντιβουίζαν / αντιβουίζανε / αντιβούιζαν |
| Αόριστος | αντιβούισα | αντιβούισες | αντιβούισε | αντιβουίσαμε | αντιβουίσατε | αντιβουίσαν / αντιβουίσανε / αντιβούισαν |
| Μέλλοντας | θα αντιβουίζω / θα αντιβουίσω | θα αντιβουίζεις / θα αντιβουίσεις | θα αντιβουίζει / θα αντιβουίσει | θα αντιβουίζουμε / θα αντιβουίσουμε | θα αντιβουίζετε / θα αντιβουίσετε | θα αντιβουίζουν / θα αντιβουίζουνε / θα αντιβουίσουν / θα αντιβουίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αντιβουίσει | έχεις αντιβουίσει | έχει αντιβουίσει | έχουμε αντιβουίσει | έχετε αντιβουίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντιβουίσει | είχες αντιβουίσει | είχε αντιβουίσει | είχαμε αντιβουίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντιβουίσει / να αντιβουίζω / να αντιβουίσω | να έχεις αντιβουίσει / να αντιβουίζεις / να αντιβουίσεις | να έχει αντιβουίσει / να αντιβουίζει / να αντιβουίσει | να έχουμε αντιβουίσει / να αντιβουίζουμε / να αντιβουίσουμε | να έχετε αντιβουίσει / να αντιβουίζετε / να αντιβουίσετε | να αντιβουίζουν / να αντιβουίζουνε / να αντιβουίσουν / να αντιβουίσουνε |
| Προστακτική | — | αντιβούιζε / αντιβούισε | — | — | αντιβουίζετε / αντιβουίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →