βουίζω
•
- παράγω έναν χαρακτηριστικό και ενοχλητικό θόρυβο (βουητό ή βόμβο) Βικιλεξικό
- Καὶ ἤτανε μεγάλη σιωπή, καὶ δὲν ἄκουες νὰ βουίζει μήτε μιὰ μύγα ἀπὸ τόσο πλῆθος. (Διονύσιος Σολωμός, Ἡ Γυναίκα τῆς Ζάκυθος, 1829)
- αντηχώ από κάποιο θόρυβο Βικιλεξικό
- Kάτω στ' αμπέλι, // μέσα στις αγριάδες, μια κυψέλη // βουίζει από τις σφήκες. (Αλέξανδρος Μάτσας, Το σπίτι, 1942, από τα Ποιήματα, 1995)
- αισθάνομαι έναν χαρακτηριστικό και ενοχλητικό βόμβο Βικιλεξικό
- Βουίζουν τ' αυτιά μου από την αγωνία και την κούραση. (Βασίλης Αποστολόπουλος, Επί ξυρού ακμής: Ένας «κομμένος» αντάρτης του ΔΣΕ στα βουνά της Ρούμελης, 2009)
Ετυμολογία
βουίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βοΐζω < αρχαία ελληνική βοάω/βοῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βουίζω | βουίζεις | βουίζει | βουίζουμε | βουίζετε | βουίζουν / βουίζουνε |
| Παρατατικός | βούιζα | βούιζες | βούιζε | βουίζαμε | βουίζατε | βουίζαν / βουίζανε / βούιζαν |
| Αόριστος | βούισα | βούισες | βούισε | βουίσαμε | βουίσατε | βουίσαν / βουίσανε / βούισαν |
| Μέλλοντας | θα βουίζω / θα βουίσω | θα βουίζεις / θα βουίσεις | θα βουίζει / θα βουίσει | θα βουίζουμε / θα βουίσουμε | θα βουίζετε / θα βουίσετε | θα βουίζουν / θα βουίζουνε / θα βουίσουν / θα βουίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βουίσει | έχεις βουίσει | έχει βουίσει | έχουμε βουίσει | έχετε βουίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βουίσει | είχες βουίσει | είχε βουίσει | είχαμε βουίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βουίσει / να βουίζω / να βουίσω | να έχεις βουίσει / να βουίζεις / να βουίσεις | να έχει βουίσει / να βουίζει / να βουίσει | να έχουμε βουίσει / να βουίζουμε / να βουίσουμε | να έχετε βουίσει / να βουίζετε / να βουίσετε | να βουίζουν / να βουίζουνε / να βουίσουν / να βουίσουνε |
| Προστακτική | — | βούιζε / βούισε | — | — | βουίζετε / βουίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →