αντιγονορροϊκός
•
- που έχει σχέση με την αντιμετώπιση της γονόρροιας ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιγονορροϊκός < αντι- + γονόρροια + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιγονορροϊκός | αντιγονορροϊκή | αντιγονορροϊκό |
| Γενική | αντιγονορροϊκού | αντιγονορροϊκής | αντιγονορροϊκού |
| Αιτιατική | αντιγονορροϊκό | αντιγονορροϊκή | αντιγονορροϊκό |
| Κλητική | αντιγονορροϊκέ | αντιγονορροϊκή | αντιγονορροϊκό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιγονορροϊκοί | αντιγονορροϊκές | αντιγονορροϊκά |
| Γενική | αντιγονορροϊκών | αντιγονορροϊκών | αντιγονορροϊκών |
| Αιτιατική | αντιγονορροϊκούς | αντιγονορροϊκές | αντιγονορροϊκά |
| Κλητική | αντιγονορροϊκοί | αντιγονορροϊκές | αντιγονορροϊκά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →