Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιβλεννορροιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αντιμετώπιση της βλεννόρροιας ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιβλεννορροιακός < αντι- + βλεννόρροια + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιβλεννορροιακόςαντιβλεννορροιακήαντιβλεννορροιακό
Γενικήαντιβλεννορροιακούαντιβλεννορροιακήςαντιβλεννορροιακού
Αιτιατικήαντιβλεννορροιακόαντιβλεννορροιακήαντιβλεννορροιακό
Κλητικήαντιβλεννορροιακέαντιβλεννορροιακήαντιβλεννορροιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιβλεννορροιακοίαντιβλεννορροιακέςαντιβλεννορροιακά
Γενικήαντιβλεννορροιακώναντιβλεννορροιακώναντιβλεννορροιακών
Αιτιατικήαντιβλεννορροιακούςαντιβλεννορροιακέςαντιβλεννορροιακά
Κλητικήαντιβλεννορροιακοίαντιβλεννορροιακέςαντιβλεννορροιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →