αντιβλεννορροιακός
•
- που έχει σχέση με την αντιμετώπιση της βλεννόρροιας ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιβλεννορροιακός < αντι- + βλεννόρροια + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιβλεννορροιακός | αντιβλεννορροιακή | αντιβλεννορροιακό |
| Γενική | αντιβλεννορροιακού | αντιβλεννορροιακής | αντιβλεννορροιακού |
| Αιτιατική | αντιβλεννορροιακό | αντιβλεννορροιακή | αντιβλεννορροιακό |
| Κλητική | αντιβλεννορροιακέ | αντιβλεννορροιακή | αντιβλεννορροιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιβλεννορροιακοί | αντιβλεννορροιακές | αντιβλεννορροιακά |
| Γενική | αντιβλεννορροιακών | αντιβλεννορροιακών | αντιβλεννορροιακών |
| Αιτιατική | αντιβλεννορροιακούς | αντιβλεννορροιακές | αντιβλεννορροιακά |
| Κλητική | αντιβλεννορροιακοί | αντιβλεννορροιακές | αντιβλεννορροιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →