αντιδάνειο
•
- γλωσσολογίαλέξη ή λεξιλογικό στοιχείο, που επιστρέφει σε μία γλώσσα ως (γλωσσικό) δάνειο άλλης γλώσσας, με αλλαγμένη μορφή ή και σημασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιδάνειο < αντι- + δάνειο, απόδοση για τη γερμανική Rückwanderer.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιδάνειο | αντιδάνεια |
| Γενική | αντιδάνειου / αντιδανείου | αντιδάνειων / αντιδανείων |
| Αιτιατική | αντιδάνειο | αντιδάνεια |
| Κλητική | αντιδάνειο | αντιδάνεια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →