αντιδανείζω
•
- δανείζω με τη σειρά μου σε κάποιον που μου έχει δανείσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιδανείζω < αντι- + δανείζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντιδανείζω | αντιδανείζεις | αντιδανείζει | αντιδανείζουμε | αντιδανείζετε | αντιδανείζουν / αντιδανείζουνε |
| Παρατατικός | αντιδάνειζα | αντιδάνειζες | αντιδάνειζε | αντιδανείζαμε | αντιδανείζατε | αντιδάνειζαν / αντιδανείζαν / αντιδανείζανε |
| Αόριστος | αντιδάνεισα | αντιδάνεισες | αντιδάνεισε | αντιδανείσαμε | αντιδανείσατε | αντιδάνεισαν / αντιδανείσαν / αντιδανείσανε |
| Μέλλοντας | θα αντιδανείζω / θα αντιδανείσω | θα αντιδανείζεις / θα αντιδανείσεις | θα αντιδανείζει / θα αντιδανείσει | θα αντιδανείζουμε / θα αντιδανείσουμε | θα αντιδανείζετε / θα αντιδανείσετε | θα αντιδανείζουν / θα αντιδανείζουνε / θα αντιδανείσουν / θα αντιδανείσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αντιδανείσει | έχεις αντιδανείσει | έχει αντιδανείσει | έχουμε αντιδανείσει | έχετε αντιδανείσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντιδανείσει | είχες αντιδανείσει | είχε αντιδανείσει | είχαμε αντιδανείσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντιδανείσει / να αντιδανείζω / να αντιδανείσω | να έχεις αντιδανείσει / να αντιδανείζεις / να αντιδανείσεις | να έχει αντιδανείσει / να αντιδανείζει / να αντιδανείσει | να έχουμε αντιδανείσει / να αντιδανείζουμε / να αντιδανείσουμε | να έχετε αντιδανείσει / να αντιδανείζετε / να αντιδανείσετε | να αντιδανείζουν / να αντιδανείζουνε / να αντιδανείσουν / να αντιδανείσουνε |
| Προστακτική | — | αντιδάνειζε / αντιδάνεισε | — | — | αντιδανείζετε / αντιδανείστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →