αντιδημαρχία
•
- το αξίωμα ενός αντιδημάρχου Βικιλεξικό
- το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο αντιδήμαρχος ασκεί το αξίωμά του Βικιλεξικό
- το γραφείο του αντιδημάρχου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιδημαρχία < αντι- + δημαρχία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιδημαρχία | αντιδημαρχίες |
| Γενική | αντιδημαρχίας | αντιδημαρχιών |
| Αιτιατική | αντιδημαρχία | αντιδημαρχίες |
| Κλητική | αντιδημαρχία | αντιδημαρχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →