δήμαρχος
•
- εκλεγμένος τοπικός άρχοντας, επικεφαλής ενός δήμου Βικιλεξικό
- Ο δήμαρχος της πόλης υποσχέθηκε ότι θα λυθεί το πρόβλημα με τις θέσεις στάθμευσης.
- 1902 - ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στρίγγλα Μάννα. [διήγημα]
- 2010 - Νόμος 3852/2010, Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης − Πρόγραμμα Καλλικράτης, ΦΕΚ A 87 - 07.06.2010
- ιστορίαο αρχηγός ενός δήμου της αρχαίας Αθήνας Βικιλεξικό
- ιστορίαένας από τους άρχοντες που εκπροσωπούσαν τους πληβείους Βικιλεξικό
- ιστορίαο επικεφαλής δήμου της Κωνσταντινούπολης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δήμαρχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δήμαρχος < δῆμος + ἄρχω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δήμαρχος | δήμαρχοι |
| Γενική | δήμαρχου / δημάρχου | δήμαρχων / δημάρχων |
| Αιτιατική | δήμαρχο | δήμαρχους / δημάρχους |
| Κλητική | δήμαρχε | δήμαρχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →