αντιδραστήρας
•
- τεχνολογίαη συσκευή με την οποία προκαλείται χημική αντίδραση, όπως ραδιενεργών στοιχείων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιδραστήρας < αντιδρώ, αντιδρασ- + -τήρας (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική reactor)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιδραστήρας | αντιδραστήρες |
| Γενική | αντιδραστήρα | αντιδραστήρων |
| Αιτιατική | αντιδραστήρα | αντιδραστήρες |
| Κλητική | αντιδραστήρα | αντιδραστήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →