Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιδρώ

/an.diˈðɾo/ρήμα
•
  1. τηρώ αρνητική θέση, ενεργώ με αντίθετο τρόπο, εκφράζω την αντίθεσή μου Βικιλεξικό
    • Στο μεταξύ είχα πλησιάσει το άλογο και πήγαινα να το πιάσω από το χαλινάρι. Εκείνο όμως αντέδρασε και έκανε ένα βήμα πίσω. ... «Santa Madonna! τι κάνεις εκεί;» φώναξε ο άγνωστος, λες και έπρεπε να γνώριζα από άλογα. «Χάιδεψέ του πρώτα τη μουσούδα για να το ηρεμήσεις» (Βαρβάρα-Ρίτα Αθανασιάδου, Ένας χρόνος στην Τοσκάνη, AA Publishing, 2015, σελίδα xv)
    • στα σκληρά μέτρα της κυβέρνησης οι εργαζόμενοι αντέδρασαν με απεργίες
  2. συμπεριφέρομαι θετικά ή αρνητικά σε κάποιο ερέθισμα Βικιλεξικό
    • δεν ανησυχώ για το πώς θα αντιδράσει: είναι σίγουρο ότι θα χαρεί
  3. χημείασυμμετέχω σε μια χημική αντίδραση Βικιλεξικό
  4. φυσιολογίαανταποκρίνομαι σε κάποιο ερέθισμα Βικιλεξικό
    • έχει εθιστεί στα παυσίπονα και ο οργανισμός του πια δεν αντιδρά
    • «Θέλω να σας ξαναδώ», της φώναξε μέσα από το ασανσέρ. «Πάρτε με τηλέφωνο», του απάντησε. Και η πόρτα του ασανσέρ έκλεισε και το ασανσέρ ξεκίνησε για τον χαμηλότερο όροφο,όπου το είχαν καλέσει. Δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Να σταματήσει την πόρτα. Να σταματήσει το ασανσέρ. Τι εννοούσε να την πάρει τηλέφωνο. Δεν είχε το τηλέφωνό της. (Δημήτρης Μαργέτας, Φταίει η Ακρόπολη, Swiss class press, 2025)

Ετυμολογία

αντιδρώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀντιδρῶ, συνηρημένος τύπος του ἀντιδράω, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική réagir. Συγχρονικά αναλύεται σε αντι- + δρω

Άλλοι τύποι

αντέδρασααντιδρούσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →