αντιδραστήριο
•
- χημείαγνωστή χημική ένωση ή ουσία που προστίθεται σ’ ένα σύστημα, προκειμένου να ελεγχθεί, να μελετηθεί ή να ταυτοποιηθεί με την χημική αντίδραση που θα προκληθεί άλλη (ή άλλες) άγνωστη χημική ουσία Βικιλεξικό
- χημικές ενώσεις αποθηκευμένες σε μπουκάλι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιδραστήριο < (καθαρεύουσα) αντιδραστήριον < αντιδρώ + -τήριον (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική réactif)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιδραστήριο | αντιδραστήρια |
| Γενική | αντιδραστήριου / αντιδραστηρίου | αντιδραστηρίων |
| Αιτιατική | αντιδραστήριο | αντιδραστήρια |
| Κλητική | αντιδραστήριο | αντιδραστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →