Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιδραστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αντιδρά Βικιλεξικό
  2. που σχετίζεται με την αντίδραση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  3. οπισθοδρομικός, συντηρητικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιδραστικός < αντιδρώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιδραστικόςαντιδραστικήαντιδραστικό
Γενικήαντιδραστικούαντιδραστικήςαντιδραστικού
Αιτιατικήαντιδραστικόαντιδραστικήαντιδραστικό
Κλητικήαντιδραστικέαντιδραστικήαντιδραστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιδραστικοίαντιδραστικέςαντιδραστικά
Γενικήαντιδραστικώναντιδραστικώναντιδραστικών
Αιτιατικήαντιδραστικούςαντιδραστικέςαντιδραστικά
Κλητικήαντιδραστικοίαντιδραστικέςαντιδραστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →