αντιδραστικός
•
- που αντιδρά Βικιλεξικό
- που σχετίζεται με την αντίδραση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- οπισθοδρομικός, συντηρητικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιδραστικός < αντιδρώ + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιδραστικός | αντιδραστική | αντιδραστικό |
| Γενική | αντιδραστικού | αντιδραστικής | αντιδραστικού |
| Αιτιατική | αντιδραστικό | αντιδραστική | αντιδραστικό |
| Κλητική | αντιδραστικέ | αντιδραστική | αντιδραστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιδραστικοί | αντιδραστικές | αντιδραστικά |
| Γενική | αντιδραστικών | αντιδραστικών | αντιδραστικών |
| Αιτιατική | αντιδραστικούς | αντιδραστικές | αντιδραστικά |
| Κλητική | αντιδραστικοί | αντιδραστικές | αντιδραστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →