αντιζυγίζω
•
- αντισταθμίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιζυγίζω < αντι- + ζυγίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντιζυγίζω | αντιζυγίζεις | αντιζυγίζει | αντιζυγίζουμε | αντιζυγίζετε | αντιζυγίζουν / αντιζυγίζουνε |
| Παρατατικός | αντιζύγιζα | αντιζύγιζες | αντιζύγιζε | αντιζυγίζαμε | αντιζυγίζατε | αντιζυγίζαν / αντιζυγίζανε / αντιζύγιζαν |
| Αόριστος | αντιζύγισα | αντιζύγισες | αντιζύγισε | αντιζυγίσαμε | αντιζυγίσατε | αντιζυγίσαν / αντιζυγίσανε / αντιζύγισαν |
| Μέλλοντας | θα αντιζυγίζω / θα αντιζυγίσω | θα αντιζυγίζεις / θα αντιζυγίσεις | θα αντιζυγίζει / θα αντιζυγίσει | θα αντιζυγίζουμε / θα αντιζυγίσουμε | θα αντιζυγίζετε / θα αντιζυγίσετε | θα αντιζυγίζουν / θα αντιζυγίζουνε / θα αντιζυγίσουν / θα αντιζυγίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αντιζυγίσει | έχεις αντιζυγίσει | έχει αντιζυγίσει | έχουμε αντιζυγίσει | έχετε αντιζυγίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντιζυγίσει | είχες αντιζυγίσει | είχε αντιζυγίσει | είχαμε αντιζυγίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντιζυγίσει / να αντιζυγίζω / να αντιζυγίσω | να έχεις αντιζυγίσει / να αντιζυγίζεις / να αντιζυγίσεις | να έχει αντιζυγίσει / να αντιζυγίζει / να αντιζυγίσει | να έχουμε αντιζυγίσει / να αντιζυγίζουμε / να αντιζυγίσουμε | να έχετε αντιζυγίσει / να αντιζυγίζετε / να αντιζυγίσετε | να αντιζυγίζουν / να αντιζυγίζουνε / να αντιζυγίσουν / να αντιζυγίσουνε |
| Προστακτική | — | αντιζύγιζε / αντιζύγισε | — | — | αντιζυγίζετε / αντιζυγίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →