ζυγός
•
- όργανο μέτρησης της μάζας Βικιλεξικό
- ζυγός ακριβείας
- ξύλινο εξάρτημα για το ζέψιμο των ζώων Βικιλεξικό
- πέρνα το ζυγό στο βόδι
- (μεταφορικά) η δουλεία, η σκλαβιά
- ο ζυγός των κατακτητών
- Το μάθημα των Θρησκευτικών θεωρείται σημαντικό εάν λάβουμε υπόψη ότι η διδασκαλία για τα ορθόδοξα χριστιανικά δόγματα και την εξαποκαλύψεως αλήθεια είχε ισχύ ακόμη από την προεπαναστατική περίοδο, καθώς καταλάμβανε σημαντικό τμήμα στη στοιχειώδη εκπαίδευση των Ελλήνων, αλλά αποτέλεσε και δυναμογόνο παράγοντα στην αντίσταση κατά του τουρκικού ζυγού. (Φανή Αργυροπούλου, Τα σχολικά βιβλία των θρησκευτικών της Ε΄τάξης του δημοτικού σχολείου από το 1992 έως το 2007. Ψυχοπαιδαγωγική προσέγγιση., ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη, 2013 http://ikee.lib.auth.gr/record/132452/files/GRI-2013-10939.pdf)
- σειρά στρατιωτών, μαθητών κ.λπ. σε ειδική παράταξη και παράγγελμα Βικιλεξικό
- εφ' ενός ζυγού ή επί δύο ζυγών κ.ο.κ.
- τους ζυγούς λύσατε! (αραιώσατε! ή πυκνώσατε!)
- γεωγραφίαδιάσελο, αυχένας (βουνού) Βικιλεξικό
- για το ζώδιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζυγός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ζυγός, άλλη μορφή του ζυγόν < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *yugóm (ζυγός -ουσιαστικό-)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζυγός | ζυγοί |
| Γενική | ζυγού | ζυγών |
| Αιτιατική | ζυγό | ζυγούς |
| Κλητική | ζυγέ | ζυγοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →