Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντικαθρεφτίζω

ρήμα
•
  1. αντικατοπτρίζω, αντανακλώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντικαθρεφτίζω < αντι- + καθρεφτίζω ((σημασιολογικό δάνειο) αντικατοπτρίζω)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαντικαθρεφτίζωαντικαθρεφτίζειςαντικαθρεφτίζειαντικαθρεφτίζουμεαντικαθρεφτίζετεαντικαθρεφτίζουν / αντικαθρεφτίζουνε
Παρατατικόςαντικαθρέφτιζααντικαθρέφτιζεςαντικαθρέφτιζεαντικαθρεφτίζαμεαντικαθρεφτίζατεαντικαθρέφτιζαν / αντικαθρεφτίζαν / αντικαθρεφτίζανε
Αόριστοςαντικαθρέφτισααντικαθρέφτισεςαντικαθρέφτισεαντικαθρεφτίσαμεαντικαθρεφτίσατεαντικαθρέφτισαν / αντικαθρεφτίσαν / αντικαθρεφτίσανε
Μέλλονταςθα αντικαθρεφτίζω / θα αντικαθρεφτίσωθα αντικαθρεφτίζεις / θα αντικαθρεφτίσειςθα αντικαθρεφτίζει / θα αντικαθρεφτίσειθα αντικαθρεφτίζουμε / θα αντικαθρεφτίσουμεθα αντικαθρεφτίζετε / θα αντικαθρεφτίσετεθα αντικαθρεφτίζουν / θα αντικαθρεφτίζουνε / θα αντικαθρεφτίσουν / θα αντικαθρεφτίσουνε
Παρακείμενοςέχω αντικαθρεφτίσειέχεις αντικαθρεφτίσειέχει αντικαθρεφτίσειέχουμε αντικαθρεφτίσειέχετε αντικαθρεφτίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αντικαθρεφτίσειείχες αντικαθρεφτίσειείχε αντικαθρεφτίσειείχαμε αντικαθρεφτίσει——
Υποτακτικήνα έχω αντικαθρεφτίσει / να αντικαθρεφτίζω / να αντικαθρεφτίσωνα έχεις αντικαθρεφτίσει / να αντικαθρεφτίζεις / να αντικαθρεφτίσειςνα έχει αντικαθρεφτίσει / να αντικαθρεφτίζει / να αντικαθρεφτίσεινα έχουμε αντικαθρεφτίσει / να αντικαθρεφτίζουμε / να αντικαθρεφτίσουμενα έχετε αντικαθρεφτίσει / να αντικαθρεφτίζετε / να αντικαθρεφτίσετενα αντικαθρεφτίζουν / να αντικαθρεφτίζουνε / να αντικαθρεφτίσουν / να αντικαθρεφτίσουνε
Προστακτική—αντικαθρέφτιζε / αντικαθρέφτισε——αντικαθρεφτίζετε / αντικαθρεφτίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →