καθρέφτης
•
- λεία επιφάνεια που αντανακλά το φως σχηματίζοντας ένα ψευδές είδωλο Βικιλεξικό
- αντικείμενο που περιέχει τέτοια επιφάνεια Βικιλεξικό
- το σπάσιμο ενός καθρέφτη, λένε, σημαίνει εφτά χρόνια γρουσουζιά
- μεταφορικάοτιδήποτε φανερώνει με διαυγή τρόπο τα χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου, ενός συνόλου, μιας κατάστασης κλπ Βικιλεξικό
- Η τηλεόραση είναι καθρέφτης της κοινωνίας (εφημερίδα Τα Νέα, 19 Ιουλίου 2010)
- ναυτικός όροςη μπροστινή όψη της υπερκατασκευής πλοίου που φέρεται η γέφυρα του πλοίου Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςη όψη της κάθετης πρύμνης της βάρκας (του άβακα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθρέφτης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καθρέφτης < καθρέπτης < ελληνιστική κοινή κάθοπτρον < αρχαία ελληνική κάτοπτρον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καθρέφτης | καθρέφτες |
| Γενική | καθρέφτη | καθρεφτών |
| Αιτιατική | καθρέφτη | καθρέφτες |
| Κλητική | καθρέφτη | καθρέφτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →