αντικαπνιστής
•
- νεολογισμόςαυτός που είναι αντίθετος με το κάπνισμα Βικιλεξικό
- Είναι φανατικός αντικαπνιστής.
Ετυμολογία
αντικαπνιστής < αντι- + καπνισ- (καπνίζω) + -τής (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική antismoker). Μορφολογικά αναλύεται σε αντι- + καπνιστής.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντικαπνιστής | αντικαπνιστές |
| Γενική | αντικαπνιστή | αντικαπνιστών |
| Αιτιατική | αντικαπνιστή | αντικαπνιστές |
| Κλητική | αντικαπνιστή | αντικαπνιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →