καπνίζω
•
- για καύσιμη ύλη που καίγεται ή για το χώρο όπου καίγεταιβγάζω, αναδίδω καπνό Βικιλεξικό
- καπνίζουν τα ξύλα / οι καμινάδες
- κρεμώ κρέας, ψάρι, τυρί ή άλλες τροφές πάνω από τον καπνό ξύλων που καίγονται με σκοπό τη συντήρησή τους Βικιλεξικό
- συνήθως στην παθητική φωνήκάνω κάτι να μαυρίσει, να μουντζουρωθεί από την καπνιά Βικιλεξικό
- μπορείτε να κοιτάξετε την έκλειψη του ήλιου καπνίζοντας ένα γυαλί
- με το στόμα μου εισπνέω κατά διαστήματα τον καπνό που παράγεται από ένα αναμμένο τσιγάρο, πούρο ή πίπα και τον εκπνέω από το στόμα ή από τη μύτη Βικιλεξικό
- Ο νεοέλληνας, ως καλοπερασάκιας - βολεψιματίας, παμπόνηρος και βάρβαρος, δεν θέλει να ξεβολευφτεί, ούτε για να καπνίσει έξω από κλειστούς χώρους, ούτε για να μην παρκάρει στις θέσεις για Α.Μ.Ε.Α., χωρίς να τον νοιάζει εάν ενοχλεί, βλάπτει, ή δυσκολεύει τους συνανθρώπους του. (Συνεχίζεται το κάπνισμα (στο νοσοκομείο της Ρόδου), 10/3/2021, Protagon.gr https://www.protagon.gr/anagnwstes/synexizetai-to-kapnisma-sto-nosokomeio-tis-rodou-5685000000)
- Αναζητώντας μια ταβέρνα για το κυριακάτικο μεσημεριανό, κατευθυνθήκαμε σε ένα μικρό χωριό έξω από τον Λαγκαδά, όπου βρήκαμε μια ταβέρνα με όλα τα χαρακτηριστικά της κλασικής ψησταριάς. Πρώτη έκπληξη: ενώ η ταβέρνα ήταν γεμάτη, ουδείς κάπνιζε. Οι άνθρωποι τηρούσαν τον νόμο. (Στάθης Ν. Καλύβας, Πού είμαστε και πού πάμε; Διατρέχοντας την κρίση (2009-2016) και ατενίζοντας το μέλλον, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
Ετυμολογία
καπνίζω < αρχαία ελληνική καπνός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καπνίζω | καπνίζεις | καπνίζει | καπνίζουμε | καπνίζετε | καπνίζουν / καπνίζουνε |
| Παρατατικός | κάπνιζα | κάπνιζες | κάπνιζε | καπνίζαμε | καπνίζατε | κάπνιζαν / καπνίζαν / καπνίζανε |
| Αόριστος | κάπνισα | κάπνισες | κάπνισε | καπνίσαμε | καπνίσατε | κάπνισαν / καπνίσαν / καπνίσανε |
| Μέλλοντας | θα καπνίζω / θα καπνίσω | θα καπνίζεις / θα καπνίσεις | θα καπνίζει / θα καπνίσει | θα καπνίζουμε / θα καπνίσουμε | θα καπνίζετε / θα καπνίσετε | θα καπνίζουν / θα καπνίζουνε / θα καπνίσουν / θα καπνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καπνίσει | έχεις καπνίσει | έχει καπνίσει | έχουμε καπνίσει | έχετε καπνίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καπνίσει | είχες καπνίσει | είχε καπνίσει | είχαμε καπνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καπνίσει / να καπνίζω / να καπνίσω | να έχεις καπνίσει / να καπνίζεις / να καπνίσεις | να έχει καπνίσει / να καπνίζει / να καπνίσει | να έχουμε καπνίσει / να καπνίζουμε / να καπνίσουμε | να έχετε καπνίσει / να καπνίζετε / να καπνίσετε | να καπνίζουν / να καπνίζουνε / να καπνίσουν / να καπνίσουνε |
| Προστακτική | — | κάπνιζε / κάπνισε | — | — | καπνίζετε / καπνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →