Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντικατάσταση

/an.di.kaˈta.sta.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια του αντικαθιστώ, η τοποθέτηση ενός προσώπου, αντικειμένου, στοιχείου κλπ στη θέση άλλου Βικιλεξικό
  2. προγραμματισμόςη εγγραφή νέων οντοτήτων πάνω στη θέση παλαιότερων, βλ. overwrite Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντικατάσταση < ελληνιστική κοινή ἀντικατάστασις < αρχαία ελληνική ἀντικαθίστημι < ἀντί + καθίστημι < κατά + ἵστημι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντικατάστασηαντικαταστάσεις
Γενικήαντικατάστασηςαντικαταστάσεων
Αιτιατικήαντικατάστασηαντικαταστάσεις
Κλητικήαντικατάστασηαντικαταστάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →