Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντικαταναλωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον αντικαταναλωτισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντικαταναλωτικός < αντικαταναλωτισμός + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντικαταναλωτικόςαντικαταναλωτικήαντικαταναλωτικό
Γενικήαντικαταναλωτικούαντικαταναλωτικήςαντικαταναλωτικού
Αιτιατικήαντικαταναλωτικόαντικαταναλωτικήαντικαταναλωτικό
Κλητικήαντικαταναλωτικέαντικαταναλωτικήαντικαταναλωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντικαταναλωτικοίαντικαταναλωτικέςαντικαταναλωτικά
Γενικήαντικαταναλωτικώναντικαταναλωτικώναντικαταναλωτικών
Αιτιατικήαντικαταναλωτικούςαντικαταναλωτικέςαντικαταναλωτικά
Κλητικήαντικαταναλωτικοίαντικαταναλωτικέςαντικαταναλωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →