καταναλώνω
•
- κυριολεκτικάξοδεύω, δαπανώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάαφιερώνω Βικιλεξικό
- τρώω, πίνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταναλώνω < μεσαιωνική ελληνική καταναλώνω < αρχαία ελληνική καταναλίσκω < κατά + ἀναλίσκω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταναλώνω | καταναλώνεις | καταναλώνει | καταναλώνουμε | καταναλώνετε | καταναλώνουν / καταναλώνουνε |
| Παρατατικός | κατανάλωνα | κατανάλωνες | κατανάλωνε | καταναλώναμε | καταναλώνατε | κατανάλωναν / καταναλώναν / καταναλώνανε |
| Αόριστος | κατανάλωσα | κατανάλωσες | κατανάλωσε | καταναλώσαμε | καταναλώσατε | κατανάλωσαν / καταναλώσαν / καταναλώσανε |
| Μέλλοντας | θα καταναλώνω / θα καταναλώσω | θα καταναλώνεις / θα καταναλώσεις | θα καταναλώνει / θα καταναλώσει | θα καταναλώνουμε / θα καταναλώσουμε | θα καταναλώνετε / θα καταναλώσετε | θα καταναλώνουν / θα καταναλώνουνε / θα καταναλώσουν / θα καταναλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταναλώσει | έχεις καταναλώσει | έχει καταναλώσει | έχουμε καταναλώσει | έχετε καταναλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταναλώσει | είχες καταναλώσει | είχε καταναλώσει | είχαμε καταναλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταναλώσει / να καταναλώνω / να καταναλώσω | να έχεις καταναλώσει / να καταναλώνεις / να καταναλώσεις | να έχει καταναλώσει / να καταναλώνει / να καταναλώσει | να έχουμε καταναλώσει / να καταναλώνουμε / να καταναλώσουμε | να έχετε καταναλώσει / να καταναλώνετε / να καταναλώσετε | να καταναλώνουν / να καταναλώνουνε / να καταναλώσουν / να καταναλώσουνε |
| Προστακτική | — | κατανάλωνε / κατανάλωσε | — | — | καταναλώνετε / καταναλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →