αντικατοπτρισμός
•
- φυσικήη εμφάνιση σε κοντινής απόσταση του ειδώλου ενός αντικειμένου που βρίσκεται μακριά από κάποιον παρατηρητή Βικιλεξικό
- λόγιοαντικαθρέφτισμα Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: αντικατόπτρισμα
Ετυμολογία
αντικατοπτρισμός < αντικατοπτρίζω + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντικατοπτρισμός | αντικατοπτρισμοί |
| Γενική | αντικατοπτρισμού | αντικατοπτρισμών |
| Αιτιατική | αντικατοπτρισμό | αντικατοπτρισμούς |
| Κλητική | αντικατοπτρισμέ | αντικατοπτρισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →