αντικειμενικότητα
•
- η ιδιότητα του αντικειμενικού, το να είναι κάποιος αντικειμενικός Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαμεροληψία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντικειμενικότητα < αντικειμενικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντικειμενικότητα | αντικειμενικότητες |
| Γενική | αντικειμενικότητας | αντικειμενικοτήτων |
| Αιτιατική | αντικειμενικότητα | αντικειμενικότητες |
| Κλητική | αντικειμενικότητα | αντικειμενικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →