Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντικειμενικότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του αντικειμενικού, το να είναι κάποιος αντικειμενικός Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηαμεροληψία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντικειμενικότητα < αντικειμενικός + -ότητα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντικειμενικότητααντικειμενικότητες
Γενικήαντικειμενικότηταςαντικειμενικοτήτων
Αιτιατικήαντικειμενικότητααντικειμενικότητες
Κλητικήαντικειμενικότητααντικειμενικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →