κείμαι
•
- λόγιοβρίσκομαι Βικιλεξικό
- Από γεωγραφία; δεν ξέρει να βρει στο χάρτη πού κείται η Λαμία...
- αρχαιοπρεπέςείμαι ξαπλωμένος (άρρωστος ή νεκρός) Βικιλεξικό
- Στην καρδιά του Λαβύρινθου, στο κέντρο του, ... κείται το σηπόμενο σώμα του Μινώταυρου. Μόλις τον σκότωσε, ο Θησέας έτρεξε να φύγει με την Αριάδνη (Jacques Lacarrière, Τα φτερά του Ίκαρου, μετάφραση: Μίνωα Πόθου)
- εκφράσεις: ενθάδε κείται
Ετυμολογία
κείμαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κεῖμαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱey- (κεῖμαι) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →